Γροιλανδία: Παιχνίδι ισχύος στον Αρκτικό Κύκλο- Μάχη για νέες θαλάσσιες οδούς

Καθώς η γεωπολιτική ατζέντα αναβαθμίζει φανερά την περιοχή στα βόρεια του Αρκτικού Κύκλου και των φυσικών του πόρων, οι θαλάσσιες μεταφορές βρίσκουν νέους δρόμους γύρω από τη Γροιλανδία.
Φανερά ή υπόγεια τρεις μεγάλοι παίκτες, ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, διασταυρώνουν τα ξίφη τους εδώ και δεκαετίες για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής της Αρκτικής, με τη Γροιλανδία να συγκεντρώνει τα φώτα της δημοσιότητας λόγω των πρόσφατων δηλώσεων Τραμπ περί πιθανής χρήσης στρατιωτικής βίας για την προσάρτηση του αυτόνομου νησιού.
Ελάχιστοι είναι αυτοί που πιστεύουν ότι ο νεοκλεγείς αμερικανός πρόεδρος θα υλοποιήσει τις απειλές του, αφού δεν είναι μυστικό ότι ο Τραμπ ως επιχειρηματίας δημιουργεί τεχνητές κρίσεις ώστε να φέρει τους συνομιλητές του σε διαπραγματεύσεις. Αυτή τη φορά για τον έλεγχο του μεγαλύτερου νησιού του πλανήτη.  
Το επιχειρηματικό μυαλό του αμερικανού προέδρου κατανοεί ότι το σταδιακό λιώσιμο των πάγων αναμένεται να τροποποιήσει τα δεδομένα στις θαλάσσιες μεταφορές καθώς και την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.
Οι μετεωρολογικές προβλέψεις δείχνουν ότι η Αρκτική θερμαίνεται γρηγορότερα από τον υπόλοιπο πλανήτη, ενώ οι -ακραίες κατά κάποιους, ρεαλιστικές για άλλους- προβλέψεις εκτιμούν ότι έως το 2030, ο Αρκτικός Ωκεανός μπορεί να δει το πρώτο καλοκαίρι σχεδόν χωρίς πάγο.
Οι ναυτικοί δίοδοι της Γροιλανδίας μειώνουν ήδη το κόστος των μεταφορών που πραγματοποιούνται δια θαλάσσης αφού μειώνεται σημαντικά -τουλάχιστον κατά 9 μέρες- ο χρόνος του ταξιδιου και το κόστος μεταφοράς από τις καθιερωμένες δελεύσεις μέσω Παναμά ή Σουεζ.
Έως το 2050, η Βόρεια Θαλάσσια Οδός (Northern Sea Route, NSR) αναμένεται να είναι ένας από τους πιο αποτελεσματικούς ναυτιλιακούς δρόμους μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, αφού όσο εκλείπουν οι πάγοι, τόσο πιο εύκολα θα πραγματοποιείται η διέλευση των εμπορικών πλοίων, Η αυτόνομη νησιωτική περιοχή θα μπορέσει να γίνει κόμβος ανεφοδιασμού, αποκαλύπτοντας παράλληλα τον πλούτο των φυσικών της πόρων, με τα αναξιοποίητα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου μάλιστα να εκτιμάται από κάποιους ότι αποτελούν περίπου το 25% των ανεξερεύνητων πόρων του κόσμου.
Το πετρέλαιο, το αέριο και τα μεταλλα της θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν την εφοδιαστική αλυσίδα αλλά και τις εξαγωγές του κράτους -ή των κρατών- που την ελέγχει.
Επιπλέον οι νέοι βόρειοι δρόμοι των θαλάσσιων μεταφορών φαίνονται πιο ασφαλείς από καταιγίδες, πλημμύρες και κυκλώνες που συμβαίνουν πιο συχνά πλέον στο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης και καθυστερούν τις διελεύσεις από περιοχές της κεντρικής Αμερικής ή της Νότιας Ασίας.

«Να κάνουμε μεγάλη την Αμερική ξανά» ήταν το σύνθημα της επιστροφής Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Ωστόσο δεν αφορούσε μόνο το οικονομικό αλλά και το γεωστρατηγικό μέγεθος των ΗΠΑ που είναι αλληλένδετα και αμφισβητούνται από τη Ρωσία, την Κίνα και άλλους αναδυόμενους παίκτες.
Ο Ντόναλντ Τραμπ αντιλαμβάνεται πλήρως την εντατική επένδυση Ρωσίας και Κίνας σε εμπορικές και στρατιωτικές υποδομές και ετοιμάζεται να ενταχθεί στην κούρσα διεκδίκησης των πλουτοπαραγωγικών πηγών, συμπεριλαμβανομένων και των θαλάσσιων δρόμων σε μια προσπάθεια να ενισχύσει την αμερικανική θέση σε έναν γεωπολιτικά ασταθή και αναπτυσσόμενο Αρκτικό.
Από το μακρινό 2000, όταν βυθίστηκε το ρωσικό υποβρύχιο Κουρσκ στη γειτονική θάλασσα του Μπαρεντς, οι Ρώσοι αυξάνουν αργά και σταθερά την παρουσία τους στην περιοχή.
Μαζί τους αλλά και απέναντι τους κατά καιρούς έχουν τους Κινέζους.
Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έχει επενδύσει πάνω από 90 δισεκατομμύρια δολάρια πάνω από τον Αρκτικό Κύκλο σε υποδομές, περιουσιακά στοιχεία ή άλλα έργα. Οι επενδύσεις αφορούν σε μεγάλο βαθμό στους τομείς της ενέργειας και των ορυκτών.
Η μεγάλης κλίμακας κινεζική επένδυση στη ρωσική Αρκτική ξεκίνησε το 2013 όταν η κρατική China National Petroleum Corporation αγόρασε το 20% του ρωσικού έργου επεξεργασίας φυσικού αερίου Yamal LNG. Το 2017, η Ρωσία και η Κίνα συμφώνησαν να αναπτύξουν τον Πολικό Δρόμο του Μεταξιού κατά μήκος της διαδρομής της Βόρειας Θάλασσας. Δύο χρόνια αργότερα, κινεζικές εταιρείες αγόρασαν το 20% του LNG-2, ενός έργου επεξεργασίας φυσικού αερίου. Το 2020, η Ρωσία όρισε την περιοχή της Αρκτικής ως Ειδική Οικονομική Ζώνη, διευκολύνοντας σημαντικά τις κινεζικές επενδύσεις με σημαντικά φορολογικά κίνητρα.
Ιστορικά, η Αρκτική αντιπροσώπευε ένα μοντέλο συνεργασίας μεταξύ των οκτώ περιφερειακών εθνών. Ωστόσο, στις 3 Μαρτίου 2022, λίγες μέρες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο Καναδάς, η Δανία, η Φινλανδία, η Ισλανδία, η Νορβηγία, η Σουηδία και οι Ηνωμένες Πολιτείες εξέδωσαν κοινή δήλωση ανακοινώνοντας την αναστολή της συνεργασίας τους με τη Ρωσία στο πλαίσιο του Αρκτικού Συμβουλίου, αφήνοντας τη Μόσχα σε ανάγκη νέων εταίρων για την ανάπτυξη της στην περιοχή.
Τότε οι κινεζικές επενδύσεις διπλασιάστηκαν στην περιοχή. Μόσχα και Πεκίνο φέρονται να κατασκεύασαν μυστικά τμήμα του έργου Arctic LNG 2. που σύμφωνα με προβλέψεις έως το 2050, αυτές οι εργασίες θα μπορούσαν να συμβάλουν στο 9% της παγκόσμιας παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Ο έλεγχος της περιοχής γύρω από τη Γροιλανδία αποτελεί λοιπόν ζωτικό κομμάτι για Ρώσους και Κινέζους, αφού συνθέτει το παζλ των οικονομικών τους συμφερόντων στην περιοχή.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε προτείνει την αγορά της Γροιλανδίας το 2019, βρίσκοντας και τότε απέναντι του την κυβέρνηση της Δανίας.  Ο αμερικανός επιχειρηματίας γνωρίζει Ιστορία και μάλιστα ότι το 1951, η Ουάσιγκτον και η Κοπεγχάγη υπέγραψαν μια συνθήκη για την προστασία της Γροιλανδίας επιπλέον των συμμαχικών τους υποχρεώσεων στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με τη συνθήκη, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποσχέθηκαν να υπερασπιστούν το νησί από επιθέσεις. Η Γροιλανδία φιλοξενεί τη διαστημική βάση των ΗΠΑ, η οποία έχει σχεδιαστεί για να προειδοποιεί για επίθεση με πυραύλους και για την παρακολούθηση της Αρκτικής.
Από τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό της Αρκτικής δεν θα λείψουν οι περιβαλλοντικές ανησυχίες και η εκτίναξη του πολιτικού θερμομέτρου. Από αυτή την περίοδο έχουν γίνει εντονότερες οι συζητήσεις για την επίδραση του ανθρώπινου παράγοντα στην ιδιαίτερη περιοχή του Αρκτικού Κύκλου, καθώς και για τη διαχείριση της αυξανόμενης διεθνούς έντασης για τον έλεγχο στον Αρκτικό Ωκεανό.

πηγή: Shipping magazine